Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

ΑΙΘΕΡΑΣ ΚΑΙ ΦΩΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗ


Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με την Ηλεκτροβαρυτική Θεωρία (Η.Β.Θ.), ισχύουν τα εξής:
  1. Ο Αιθέρας υπάρχει μέσα στη φύση, γεμίζει ομογενώς ολόκληρο το σύμπαν και είναι το απόλυτο σύστημα αναφοράς.
  2. Ο Αιθέρας αποτελείται από θετικά ηλεκτρίνια +qo και από αρνητικά ηλεκτρίνια –qo.
  3. Το θετικό ηλεκτρίνιο +qείναι το κβάντουμ του θετικού ηλεκτρισμού και το αρνητικό ηλεκτρίνιο -qo είναι το κβάντουμ του αρνητικού ηλεκτρισμού.
  4. Το ηλεκτρικό φορτίο του θετικού ή αρνητικού ηλεκτρινίου, είναι (κατ’ απόλυτη τιμή) ίσο με το ηλεκτρικό φορτίο του ηλεκτρονίου, ήτοι είναι:


  1. Τα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια του Αιθέρα υπακούουν στο νόμο του Coulomb, ήτοι τα ετερώνυμα ηλεκτρίνια έλκονται και τα ομώνυμα ηλεκτρίνια απωθούνται, με ηλεκτρικές δυνάμεις.
  2. Τα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια του Αιθέρα βρίσκονται σε διαρκή άτακτη κίνηση και οι κρούσεις μεταξύ των ηλεκτρινίων αυτών, είναι απολύτως ελαστικές.
  3. Το θετικό ηλεκτρίνιο +qo, το αρνητικό ηλεκτρίνιο +qo και το γκραβιτόνιο mo (το οποίο είναι το κβάντουμ της βαρύτητας και είναι ηλεκτρικά ουδέτερο), είναι οι έσχατοι δομικοί λίθοι της ύλης.

    Ολόκληρο το σύμπαν, αποτελείται από τα τρία αυτά υλικά σωματίδια, ήτοι από τα θετικά ηλεκτρίνια +qo, τα αρνητικά ηλεκτρίνια -qκαι από τα γκραβιτόνια mo, και από κανένα άλλο σωματίδιο. Χορδές, Υπερχορδές, Βρόγχοι κ.λπ. δεν υπάρχουν μέσα στο σύμπαν. Αυτά είναι «νοητικά κατασκευάσματα», τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τη φυσική πραγματικότητα.

  4. Τα γραβιτόνια mo, αποτελούν την καθαρή μάζα των υλικών σωμάτων που υπάρχουν μέσα στη φύση.

     Τα γκραβιτόνια mo, έλκονται πάντοτε με ηλεκτροβαρυτικές δυνάμεις από τα θετικά ηλεκτρίνια +qκαι από τα αρνητικά ηλεκτρίνια -qo.

     Τα γκραβιτόνια mo, έλκονται πάντοτε μεταξύ τους με βαρυτικές δυνάμεις.
  5. Ο ηλεκτρισμός (ο οποίος αποτελείται από θετικά ηλεκτρίνια +qκαι από αρνητικά ηλεκτρίνια -qo), παρουσιάζει ιδιότητες έλξης και αδράνειας.

     Δηλαδή τα θετικά ηλεκτρίνια +qκαι τα αρνητικά ηλεκτρίνια -qo, έχουν ιδιότητες έλξης και αδράνειας, όπως επίσης και τα γκραβιτόνια mo.
  6. Τέλος, σύμφωνα με την Ηλεκτροβαρυτική Θεωρία (Η.Β.Θ.) τα θετικά και τα αρνητικά ηλεκτρίνια του Αιθέρα, έλκονται από τα ουράνια σώματα (δηλαδή, από τα γκραβιτόνια που υπάρχουν μέσα στα ουράνια σώματα) με ηλεκτροβαρυτικές δυνάμεις, σύμφωνα με το θεμελιώδη νόμο της Η.Β.Θ. σχέση (14), με αποτέλεσμα κάθε ουράνιο σώμα να περιβάλλεται από την Αιθερόσφαιρά του.
  7. Ο χώρος μεταξύ των ουρανίων σωμάτων, τον οποίο ονομάζουμε «κενό», δεν είναι κενό, αλλά είναι ένας χώρος ασύλληπτα ηλεκτρικά φορτισμένος με τα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια του Αιθέρα.
  8. Τα θετικά ηλεκτρίνια +qτα αρνητικά ηλεκτρίνια -qκαθώς και τα γκραβιτόνια mδεν μετατρέπονται ποτέ σε ενέργεια και ούτε η ενέργεια μετατρέπεται ποτέ σε αυτά. 

    Τα θετικά ηλεκτρίνια +qτα αρνητικά ηλεκτρίνια -qκαθώς και τα γκραβιτόνια mδεν μετατρέπεται ποτέ το ένα στο άλλο και ο συνολικός τους αριθμούς Νο παραμένει πάντοτε ο ίδιος από την δημιουργία του σύμπαντος, μέχρι σήμερα. 

    Περισσότερο αναλυτικά για τον Αιθέρα (Βλέπε, η Η.Β.Θ. Μέρος Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, V καθώς και video 02 στο site, www.tsolkas.gr).
ΚΥΤΙΟ ΑΙΘΕΡΑ
Ας υποθέσουμε λοιπόν τώρα, ότι έχουμε ένα κουτί Β το οποίο είναι αιθεροστεγώς κλειστό και είναι γεμάτο με Αιθέρα. 

Για τον Αιθέρα δεχόμαστε την Αρχή, ότι:

Ο Αιθέρας με τα θετικά και αρνητικά του ηλεκτρίνια είναι ένα «ηλεκτρικό ρευστό» το οποίο υπακούει στους νόμους των ιδανικών ρευστών (αερίων).

Δηλαδή με απλά λόγια, ο Αιθέρας μέσα στο κουτί Β συμπεριφέρεται σαν ένα «ηλεκτρικό αέριο» του οποίου τα «μόρια» του, είναι τα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια. 
Έτσι λοιπόν για μία ορισμένη θερμοκρασία Τ τα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια του Αιθέρα που περιέχονται μέσα στο κουτί Β, βρίσκονται σε συνεχή άτακτη κίνηση, συγκρούονται μεταξύ τους με απολύτως ελαστικές κρούσεις και ασκούν μία πίεση Ρ επί των τοιχωμάτων του κουτιού Β. Δηλαδή ο Αιθέρας, είναι ένα συμπιεστό «ηλεκτρικό αέριο».
Συνεπώς για τον Αιθέρα που περιέχεται μέσα στο κουτί Β, συμβαίνουν ανάλογα φαινόμενα (όχι ακριβώς τα ίδια) με αυτά των αερίων της Κλασικής Φυσικής, όπως αυτά προβλέπονται από την Κινητική Θεωρία των Αερίων. 
Επειδή τώρα, ο χώρος μέσα στο κουτί Β, είναι ηλεκτρικά ουδέτερος, αυτό σημαίνει ότι, μέσα στο κουτί Β, υπάρχει ίσος αριθμός Ν1 θετικών ηλεκτρινίων +qκαι ίσος αριθμός Ν2 αρνητικών ηλεκτρινίων -qo, ήτοι είναι:

Ν1 = Ν2
Συνεπώς, ο συνολικός αριθμός Ν των θετικών και αρνητικών ηλεκτρινίων που περιέχονται μέσα στο κουτί Β, είναι:
Ν = Ν1 + Ν2
Έτσι λοιπόν, το συνολικό ηλεκτρικό φορτίο Q (κατ’ απόλυτη τιμή), όλων των θετικών και αρνητικών ηλεκτρινίων που περιέχονται μέσα στο κουτί Β, είναι:
Q = N . qo
Συνεπώς, η πυκνότητα ρ (δηλαδή, η «ηλεκτρική πυκνότητα») του Αιθέρα, ο οποίος περιέχεται μέσα στο κουτί Β, είναι:

όπου, qείναι η απόλυτη τιμή του ηλεκτρικού φορτίου του θετικού ή αρνητικού ηλεκτρινίου και V είναι ο όγκος του κουτιού Β. 

Σημείωση: Γενικώς, η πυκνότητα ρ του Αιθέρα μέσα στο κουτί Β δίδεται από τη σχέση (1), όπουQ = N . qo και Ν = Ν1 + Νανεξάρτητα, εάν είναι:

1) Ν1 = Ν2

2) Ν1 ≠ Ν2
3) Ν1 ≠ 0 και Ν2 = 0
4) Ν1 = 0 και Ν2 ≠ 0

Η «ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ» ΤΩΝ

ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΚΩΝ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΩΝ

Η «αρχή της διάκρισης» των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών, είναι μία πάρα πολύ σημαντική αρχή της Φυσικής η οποία έχει, ως εξής:

Η «Αρχή της διάκρισης» των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών: Κάθε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία Ri, (i = 1, 2, 3…) συχνότητας νi η οποία εκπέμπεται υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, έχει αποκλειστικά τη δική της ταχύτητα ci η οποία δεν είναι ποτέ ίση με τη ταχύτητα καμιάς άλλης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας και ισχύει η σχέση:
όπου, νi είναι η συχνότητα και λi είναι το μήκος κύματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας Ri.
Συνεπώς, σύμφωνα με την «αρχή της διάκρισης» στο φάσμα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, καμία ακτινοβολία δεν έχει ποτέ την ίδια ταχύτητα, με τις υπόλοιπες άλλες ακτινοβολίες.
Έτσι στο φάσμα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας π.χ. η ερυθρά ακτινοβολία, έχει ταχύτητα cR διαφορετική από την ταχύτητα cB της κυανής ακτινοβολίας, ήτοι είναι c≠ cB, κ.ο.κ. και για διάφορες άλλες ακτινοβολίες.
Όπως παρατηρούμε, η «αρχή της διάκρισης» των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών, είναι πλήρως αντίθετη με την Ηλεκτρομαγνητική Θεωρία του Maxwell, καθώς και με τη Θεωρία της Σχετικότητας, οι οποίες ως γνωστό και οι δύο αυτές Θεωρίες δέχονται ότι:
«Όλες οι ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες, οι οποίες εκπέμπονται υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων έχουν πάντοτε την ίδια ταχύτητα, η οποία είναι ίση με την ταχύτητα c του φωτός».
Δηλαδή με απλά λόγια, ο γνωστός τύπος c = ν . λ για τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που χρησιμοποιεί η σημερινή Φυσική, όπου c είναι η ταχύτητα του φωτός (c = σταθερό), ν είναι η συχνότητα και λ είναι το μήκος κύματος των ηλεκτρομαγνητικών αυτών κυμάτων, είναι απολύτως λανθασμένος.
Σημείωση: Στην εργασία μας αυτή, όταν αναφερόμαστε στη λέξη «φως» θα εννοούμε πάντοτε «μονοχρωματικό» φως.Επίσης, επειδή το «λευκό φως» αποτελείται από πλήθος RJ (J = 1, 2, 3,…) ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών, ως ταχύτητα cΛ του «λευκού φωτός» θα ορίζουμε, τη μέση τιμή των ταχυτήτων όλων των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών RJ (J = 1, 2, 3,…) από τις οποίες αποτελείται το «λευκό φως».
Ο ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ
ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΚΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ
Νόμος: Σε μια ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία Ri (i = 1, 2, 3, …), η οποία εκπέμπεται υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, ισχύει η θεμελιώδης σχέση:
όπου, ci ,νi ,λi είναι αντιστοίχως, η ταχύτητα η συχνότητα και το μήκος κύματος της ακτινοβολίας Ri.
Συγκεκριμένα, ισχύουν τα εξής:
Α. Στη περίπτωση απουσίας, πεδίου βαρύτητας:
    a) Όταν η συχνότητα νi αυξάνεται, τότε η ταχύτητα ci αυξάνεται και το μήκος κύματος λiελαττώνεται.
    b) Όταν η συχνότητα νi ελαττώνεται, τότε η ταχύτητα ci ελαττώνεται και το μήκος κύματος λi αυξάνεται.
  Αντιστρόφως:
    c) Όταν η ταχύτητα ci αυξάνεται, τότε η συχνότητα νi αυξάνεται και το μήκος κύματος λiελαττώνεται.
    d) Όταν η ταχύτητα ci ελαττώνεται, τότε η συχνότητα νi ελαττώνεται και το μήκος κύματος λi αυξάνεται.
Β. Στη περίπτωση παρουσίας, πεδίου βαρύτητας:
    a) Όταν η συχνότητα νi αυξάνεται, τότε η ταχύτητα ci ελαττώνεται και το μήκος κύματος λiελαττώνεται.
    b) Όταν η συχνότητα νi ελαττώνεται, τότε η ταχύτητα ci αυξάνεται και το μήκος κύματος λiαυξάνεται.
     Αντιστρόφως:
    c) Όταν η ταχύτητα ci αυξάνεται, τότε η συχνότητα νi ελαττώνεται και το μήκος κύματος λiαυξάνεται.
    d) Όταν η ταχύτητα ci ελαττώνεται, τότε η συχνότητα νi αυξάνεται και το μήκος κύματος λiελαττώνεται.
Συνεπώς, σύμφωνα με το παραπάνω νόμο (Α), στο φάσμα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας π.χ. η ταχύτητα cR της ερυθράς ακτινοβολίας, είναι μικρότερη από την ταχύτητα cB της κυανής ακτινοβολίας, ήτοι είναι c< cB.
Προφανώς, η διαφορά Δ, ήτοι:
Δ = cB – c> 0
επειδή είναι πολύ μικρή (Δ≈0) γι’ αυτό το λόγο, είναι και σχετικά δύσκολο να ανιχνευθεί πειραματικώς.
Ο βασικός λοιπόν σκοπός του πειράματος Α και του πειράματος Β, που θα αναπτύξουμε αμέσως παρακάτω είναι να ανιχνεύσουμε και να υπολογίσουμε την διαφορά ταχύτητας Δ, μεταξύ των διαφόρων ακτινοβολιών του φάσματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας.
Αξιόλογη παρατήρηση
Επειδή σε όλα τα ζεύγη των ακτινοβολιών του φάσματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας η διαφορά ταχύτητας Δ, μεταξύ των διαφόρων ακτινοβολιών, είναι πολύ μικρή (Δ≈0), σε πολλές περιπτώσεις (για λόγους απλότητας των υπολογισμών μας), μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κατά πολύ μεγάλη προσέγγιση τον νόμο του Fresnel (τροποποιημένο), χωρίς τη συχνότητα ν της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εξετάζουμε, ήτοι χρησιμοποιούμε τον τύπο:
Όπου:
     Ε είναι, το μέτρο ελαστικότητας του Αιθέρα (το οποίο είναι αναλλοίωτο, ως προς το χώρο και το χρόνο).
    ρ είναι, η πυκνότητα (η ηλεκτρική πυκνότητα) του Αιθέρα, μέσα στον οποίο διαδίδεται το φως.
    k είναι, μία σταθερά η οποία εξαρτάται από τις μονάδες που χρησιμοποιούμε, και
    c είναι, η ταχύτητα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εξετάζουμε (π.χ. ένα μονοχρωματικό φως).
Παράδειγμα
Σύμφωνα με τον παραπάνω θεμελιώδη νόμο, π.χ. τα βραχέα κύματα (ν=107Hz) έχουν ταχύτητα c1, μικρότερη από την ταχύτητα c2 των μικροκυμάτων (ν=1012Hz), ήτοι είναι c< c2, κ.ο.κ. και διάφορα άλλα ζεύγη ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η πειραματική επαλήθευση του θεμελιώδους νόμου των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, που αναφέραμε παραπάνω, επαληθεύεται:
    1) Με το πείραμα Α που θα αναπτύξουμε αμέσως παρακάτω, ήτοι με ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες, διαδιδόμενες εντός ενός διαθλαστικού μέσου π.χ. μέσα στο νερό, και
    2) Με το πείραμα Β που θα αναπτύξουμε αμέσως παρακάτω, ήτοι με ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες, διαδιδόμενες μέσα στον Αιθέρα π.χ. κοντά στην επιφάνεια της Γης.
Η ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ
ΤΗΣ «ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ» ΤΩΝ
ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΚΩΝ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΩΝ
ΠΕΙΡΑΜΑ Α
Ας υποθέσουμε σχ. 1 ότι, έχουμε ένα κλειστό υάλινο δοχείο Do γεμάτο με νερό το οποίο έχει μήκος L. Στο τοίχωμα ΑΒ τοποθετούμε τρεις φωτεινές πηγές S1, S2, S3 μονοχρωματικών ακτινών Laser.
σχ. 1
Συγκεκριμένα, η φωτεινή πηγή S1 είναι ένα κόκκινο μονοχρωματικό Laser, η S2 είναι ένα πράσινο μονοχρωματικό Laser και η S3 είναι ένα κυανούν μονοχρωματικό Laser.
Επίσης στο απέναντι τοίχωμα CD του δοχείου Do, τοποθετούμε τρεις δέκτες (π.χ. χρονόμετρα) D1, D2, D3. Τέλος, το δοχείο Do το στερεώνουμε σταθερά στη Γη, επάνω σε δύο κατακόρυφους στύλους ύψους ho.
Η εκτέλεση του πειράματος
Ας υποθέσουμε τώρα, ότι ρΕ είναι η πυκνότητα της Αιθερόσφαιρας της Γης κοντά στην επιφάνεια της και ρ είναι η πυκνότητα του Αιθέρα που υπάρχει μέσα στο δοχείο Do.
Σύμφωνα με την Η.Β.Θ. είναι ρ > ρΕ.
Εκπέμπουμε τώρα ταυτοχρόνως από τις φωτεινές πηγές S1, S2, S3 τρεις ακτίνες Laser, ήτοι τις L1, L2, L3. Σύμφωνα με την Η.Β.Θ. οι τρεις αυτές ακτίνες Laser L1, L2, L3 θα διατρέξουν το μήκος L του δοχείου Do και θα φθάσουν στους δέκτες D1, D2, D3 αντιστοίχως, σε διαφορετικούς χρόνους t1, t2, t3, ήτοι θα είναι:
t1 ≠ t2 ≠ t3         (5)
Το αποτέλεσμα αυτό των διαφορετικών χρόνων της σχέσης (5) που μέτρησαν οι δέκτες D1, D2, Dπροφανώς, συμφωνεί με την «αρχή της διάκρισης» των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών που αναφέραμε στα προηγούμενα, διότι:
Κάθε ακτινοβολία των ακτίνων Laser L1, L2, L3 έχει μέσα στον Αιθέρα του δοχείου Do, διαφορετική ταχύτητα c1, c2, c3, ήτοι c1 ≠c2 ≠c3 και συνεπώς αφού έχουν διαφορετική ταχύτητα c1≠c2 ≠c3 διατρέχουν προφανώς το ίδιο μήκος L, αντιστοίχως σε διαφορετικούς χρόνους t1 ≠ t2 ≠ t3, ήτοι:
Άρα λοιπόν, με την εκτέλεση του πειράματος Α που αναφέραμε παραπάνω, μπορούμε να επαληθεύσουμε εάν η «αρχή της διάκρισης» των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών είναι ορθή ή όχι.
Σημείωση: Επειδή είναι πειραματικώς αποδεδειγμένο ότι, διάφορες ακτινοβολίες έχουν και διαφορετική ταχύτητα μέσα σε ένα διαθλαστικό μέσο (π.χ. στο νερό) με το πείραμα Α επαληθεύεται η «αρχή της διάκρισης», χωρίς να εκτελέσουμε το πείραμα Α.
Συνεπώς με το πείραμα Α, επαληθεύεται η «αρχή της διάκρισης» των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών.
Συγκεκριμένα, στο πείραμά μας είναι, c1 < c2 < c3 και με βάση τις σχέσεις (6), είναι t1> t2 > t3.Όπως παρατηρούμε, οι χρόνοι άφιξης t1, t2, tτων ακτίνων L1, L2, Lστους δέκτες D1, D2, Dείναι αντιστρόφως ανάλογοι των συχνοτήτων ν1, ν2, ντων ακτινοβολιών των ακτίνων L1, L2, L3 σχ. 1.
ΠΕΙΡΑΜΑ Β
Ας υποθέσουμε σχ. 2 ότι, έχουμε δύο κατακόρυφους στύλους Αο και Βο ύψους ho, οι οποίοι είναι σταθερά στερεωμένοι επάνω στην επιφάνεια της Γης.
σχ. 2
Οι δύο αυτοί στύλοι Αο και Βο, απέχουν μεταξύ τους μία πολύ μεγάλη απόσταση L.
Στο στύλο Αο, τοποθετούμε τρεις πομπούς S1, S2, S3 ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.
Συγκεκριμένα, ο πομπός S1 εκπέμπει βραχέα κύματα συχνότητας ν1.
Ο πομπός S2 εκπέμπει μικροκύματα συχνότητας ν2, και ο πομπός S3 εκπέμπει π.χ. ένα μονοχρωματικό κόκκινο Laser συχνότητας ν3. Δηλαδή, είναι  ν1< ν2 < ν3.
Επίσης στον απέναντι στύλο Bo, τοποθετούμε τρεις δέκτες (π.χ. χρονόμετρα) D1, D2, D3.
Η εκτέλεση του πειράματος
Ας υποθέσουμε τώρα, ότι ρΕ είναι η πυκνότητα της Αιθερόσφαιρας της Γης κοντά στην επιφάνεια της και ρU είναι η πυκνότητα του Αιθέρα του σύμπαντος έξω από την Αιθερόσφαιρα της Γης.
Σύμφωνα με την Η.Β.Θ. είναι ρΕ > ρU.
Εκπέμπουμε τώρα ταυτοχρόνως από τους πομπούς S1, S2, Sτρεις ακτίνες ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, ήτοι τις L1, L2, L3. Σύμφωνα με την Η.Β.Θ. οι τρεις αυτές ακτίνες L1, L2, Lθα διατρέξουν το μήκος L και θα φθάσουν στους δέκτες D1, D2, D3 αντιστοίχως, σε διαφορετικούς χρόνους t1, t2, tήτοι θα είναι:
t1 ≠ t2 ≠ t3         (7)
Τους χρόνους αυτούς t1, t2, tτης σχέσης (7) μετράνε οι δέκτες (χρονόμετρα) D1, D2, D3, και είναι:
Οι χρόνοι t1, t2, tτης σχέσης (8) είναι διαφορετικοί (t1 ≠ t2 ≠ t3), διότι σύμφωνα με την «αρχή της διάκρισης» η ταχύτητα c1 των βραχέων κυμάτων του πομπού S1 η ταχύτητα c2 των μικροκυμάτων του πομπού S2 και η ταχύτητα c3 της ακτίνας Laser του πομπού S3, είναι διαφορετικές μεταξύ τους, ήτοι είναι:
c1 ≠c2 ≠c3 (9)
Αντίθετα τώρα, σύμφωνα με την Ηλεκτρομαγνητική Θεωρία του Maxwell και με τη Θεωρία της Σχετικότητας, οι χρόνοι t1, t2, t3 της σχέσης (8) θα πρέπει να είναι ίσοι, ήτοι t1 = t2 = t3, διότι:
Σύμφωνα με τις παραπάνω δύο αυτές θεωρίες, η ταχύτητα όλων ανεξαιρέτως των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών (βραχέων κυμάτων, μικροκυμάτων, ορατού φωτός, κ.λπ) είναι πάντοτε ίση με την ταχύτητα c του φωτός, οπότε στη σχέση (8) είναι c1=c2=cκαι συνεπώς οι χρόνοι t1, t2, t3 της σχέσης (8) θα έπρεπε να είναι t1 = t2 = t3, σύμφωνα με τις παραπάνω δύο αυτές θεωρίες.
Έτσι λοιπόν με την εκτέλεση του πειράματος Β, γεννιέται το κρίσιμο ερώτημα:
Οι ακτίνες L1, L2, Lθα φθάσουν στους δέκτες D1, D2, Dσε διαφορετικούς χρόνους t1 ≠ t2 ≠ t3, όπως ισχυρίζεται η Η.Β.Θ., σύμφωνα με την «αρχή της διάκρισης» ή θα φθάσουν σε ίσους χρόνους t1 = t2 = t3, όπως ισχυρίζεται η Ηλεκτρομαγνητική Θεωρία του Maxwell και η Θεωρία της Σχετικότητας του Einstein;
Προφανώς την απάντηση στο παραπάνω αυτό ερώτημα, μπορεί να μας τη δώσει, μόνο η εκτέλεση του πειράματος Β που αναφέραμε παραπάνω.
Το πείραμα Β, είναι απλό στην εκτέλεση του και μπορεί εύκολα να εκτελεσθεί από διάφορα Πανεπιστήμια, Εργαστήρια Φυσικής κ.λπ.
Όπως αντιλαμβανόμαστε (και αυτό είναι προφανές) το πείραμα Β είναι πάρα πολύ μεγάλης σημασίας για τη Φυσική, διότι:
Εάν, με την εκτέλεση του πειράματος Β αποδειχθεί ότι, οι χρόνοι t1, t2, tείναι άνισοι, ήτοι t1 ≠ t2≠ t3, τότε χωρίς καμία αμφιβολία θα πρέπει η μεν Ηλεκτρομαγνητική Θεωρία του Maxwell να επαναδιατυπωθεί (σύμφωνα με την «αρχή της διάκρισης» των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών που αναφέραμε στα προηγούμενα) η δε, Θεωρία της Σχετικότητας θα πρέπει ολοσχερώς να απορριφθεί.
Σημείωση: Επειδή ο Αιθέρας είναι ένα διαθλαστικό μέσο, που γεμίζει ολόκληρο το σύμπαν, (όπως στο πείραμα Α) έτσι και στο πείραμα Β θα είναι c1<c2<cκαι με βάση τις σχέσεις (8), είναι t1 > t2 > t3.Όπως παρατηρούμε, οι χρόνοι άφιξης t1, t2, tτων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων L1, L2, L3στους δέκτες D1, D2, Dείναι αντιστρόφως ανάλογοι των συχνοτήτων ν1, ν2, ν1 < ν2 < ν3) των ηλεκτρομαγνητικών αυτών κυμάτων L1, L2, L3, σχ. 2. Δηλαδή με απλά λόγια, στο πείραμά μας τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα με μικρή συχνότητα φθάνουν αργότερα στο στύλο Βο, συγκριτικά με τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που έχουν μεγάλη συχνότητα.
Το συμπέρασμα αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε μέσα στο σύμπαν στην περίπτωση (έκρηξης, κατάρρευσης, εκπομπής ακτίνων κ.λπ) ενός άστρου, όπου από όλες τις ακτινοβολίες που εκπέμπονται από το άστρο αυτό, (οι ακτινοβολίες αυτές), φθάνουν στη Γη με διαφορά χρόνου.
Ι. Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΕΝΤΟΣ
 ΙΣΧΥΡΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΠΕΔΙΩΝ
ΠΕΙΡΑΜΑ
Σκοπός του πειράματος αυτού που θα αναπτύξουμε αμέσως παρακάτω, είναι να αποδείξουμε ότι μέσα σε ισχυρά ηλεκτρικά πεδία οι φωτεινές (και γενικώς τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα):
    1. Καμπυλώνονται
    2. Μεταφέρονται (παρασύρονται), και
    3. Ανακλώνται
Η εκτέλεση του πειράματος
Ας υποθέσουμε σχ. 3 ότι, έχουμε μια μεταλλική σφαίρα S ακτίνας r (π.χ. r = 0,25 m) η οποία περιστρέφεται γύρω από ένα οριζόντιο άξονα, ο οποίος διέρχεται από το κέντρο της C.
σχ. 3
Συγκεκριμένα, ο άξονας περιστροφής της σφαίρας S είναι τοποθετημένος και περιστρέφεται στη κορυφή δύο κατακόρυφων στύλων ύψους ho (π.χ. ho = 2m).
Οι δύο αυτοί στύλοι ho, είναι σταθερά στερεωμένοι στη Γη και απέχουν μεταξύ τους απόσταση Do (π.χ. Do = 4m). Η περιστροφή του άξονα της σφαίρας S μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη σύνδεσή του με ένα κινητήρα εσωτερικής καύσης, ηλεκτροκινητήρα ή με ένα αεριοστρόβιλο κινητήρα.
Επίσης, σε μια απόσταση l (π.χ. l = 5m) από το κέντρο C της σφαίρας S, υπάρχει ένας κατακόρυφος στύλος ύψους h.
Σε ένα σημείο G του στύλου h, υπάρχει μια φωτεινή πηγή So η οποία εκπέμπει ακτίνες Laser. Η ακτίνα Laser L1 η οποία εκπέμπεται από τη φωτεινή πηγή So, διέρχεται σε πολύ μικρή απόσταση d (π.χ. d < 1 cm) από την επιφάνεια της σφαίρας S. Επίσης, σε μια μεγάλη απόσταση L (π.χ. L = 300m) υπάρχει μια κατακόρυφη οθόνη D, η οποία είναι σταθερά στερεωμένη στη Γη.
Σημείωση: Η ακτίνα Laser L1 το κέντρο C της σφαίρας S και ο στύλος h, βρίσκονται στο ίδιο κατακόρυφο επίπεδο.
Μετά από αυτά που αναφέραμε παραπάνω, εκτελούμε τώρα το πείραμά μας σε τέσσερις φάσεις (Φάση Ι, Φάση ΙΙ, Φάση ΙΙΙ, Φάση IV), ως εξής:
Φάση Ι: Ας υποθέσουμε σχ. 3 ότι, η μεταλλική σφαίρα S είναι ηλεκτρικώς ουδέτερη (+Q = 0) και δεν περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της (γωνιακή ταχύτητα ω = 0).
Από τη φωτεινή πηγή So εκπέμπουμε μία ακτίνα Laser L1.
Στη περίπτωση αυτή η ακτίνα Laser L1 θα κινηθεί ευθύγραμμα και θα φθάσει σε ένα σημείο Αοτης οθόνης D.
Φάση ΙΙ: Στη φάση αυτή η σφαίρα S είναι ακίνητη (ω = 0) και την φορτίζουμε π.χ. με ένα ισχυρό ηλεκτρικό φορτίο +Q (+Q ≠ 0).
Σύμφωνα με την Η.Β.Θ. στη περίπτωση αυτή, η ηλεκτρικά φορτισμένη σφαίρα S θα έλκει τα αρνητικά και θα απωθεί τα θετικά ηλεκτρίνια του Αιθέρα.
Με τον τρόπο αυτό, γύρω από την ηλεκτρικά φορτισμένη σφαίρα S σχηματίζεται η Αιθερόσφαιρα ES της σφαίρας S, η οποία έχει ακτίνα R και αποτελείται από αρνητικά ηλεκτρίνια του Αιθέρα.
Κατόπιν από τη φωτεινή πηγή So εκπέμπουμε μία ακτίνα Laser L1, στοχεύοντας το σημείο Αο της οθόνης D.
Έτσι λοιπόν, η ακτίνα Laser L1 φθάνοντας στο σημείο P της εξωτερικής επιφάνειας της Αιθερόσφαιρας ES στη πορεία της μέσα στη Αιθερόσφαιρα ES θα συναντά, όλο και περισσότερο πυκνότερα στρώματα του Αιθέρα, με αποτέλεσμα να διαγράψει μια καμπύλη C1 από το σημείο εισόδου P, μέχρι το σημείο εξόδου Β1.
Σημείωση: Εάν η πυκνότητα ρS της Αιθερόσφαιρας ΕS θεωρηθεί σταθερή, τότε η καμπύλη C1 θα είναι προφανώς ευθεία.
Στη συνέχεια, η ακτίνα Laser L1 εξερχόμενη από το σημείο Β1 θα διαγράψει μία ευθύγραμμη πορεία Β1Α1 και θα φθάσει στο σημείο Α1 της οθόνης D.
Προφανώς, το σημείο Α1 βρίσκεται προς τα κάτω του σημείου Αο και απέχει από αυτό απόσταση (ΑοΑ1) = a. Αυτό βέβαια συμβαίνει, ένεκα της καμπύλωσης που υφίσταται η ακτίνα Laser L1, διερχόμενη μέσα από την Αιθερόσφαιρα ES της ηλεκτρικά φορτισμένης σφαίρας S.
Σημείωση: Για λόγους απλότητας, εάν θεωρήσουμε ότι, η πυκνότητα ρS της Αιθερόσφαιρας ΕSείναι σταθερή, καθώς και η πυκνότητα ρΕ της Αιθερόσφαιρας Ε της Γης είναι σταθερή, όπως επίσης και η πυκνότητα ρU του ακίνητου Αιθέρα του σύμπαντος (μακριά από πεδία βαρύτητας) θεωρηθεί σταθερή, τότε θα ισχύει η σχέση:
ρU < ρΕ < ρS (10)
Όπως παρατηρούμε στη φάση ΙΙ η καμπύλωση C1 της ακτίνας Laser L1, είναι καθαρά φαινόμενο «Αιθερικής διάθλασης», διότι η ακτίνα Laser L1 κινείται από ένα αραιότερο μέσο (όπως είναι η Αιθερότητα Ε της Γης η οποία έχει πυκνότητα ρΕ) προς ένα πυκνότερο μέσο (όπως είναι η Αιθερόσφαιρα ES της ηλεκτρικά φορτισμένης σφαίρας S η οποία έχει πυκνότητα ρS) όπου, ρΕ < ρS σύμφωνα με τη σχέση (10) που αναφέραμε παραπάνω.
Δηλαδή με απλά λόγια, στη Φάση ΙΙ η ηλεκτρικά φορτισμένη σφαίρα S με την Αιθερόσφαιρά της ΕS, συμπεριφέρεται σαν ένας σφαιρικός «Αιθερικός φακός», με αποτέλεσμα να καμπυλώνει (δηλαδή να διαθλά) την ακτίνα Laser L1.
Φάση ΙΙΙ: Στη φάση αυτή, επαναλαμβάνουμε τις ίδιες ενέργειες που αναφέραμε στη Φάση ΙΙΙ και περιστρέφουμε την ηλεκτρικά φορτισμένη σφαίρα S με μία μεγάλη γωνιακή ταχύτητα ω (ω ≠ 0).
Στη περίπτωση αυτή (σύμφωνα με την Η.Β.Θ.) η ηλεκτρικά φορτισμένη σφαίρα S και η Αιθερόσφαιρα της ES θα περιστρέφονται και οι δύο μαζί, σαν ένα ενιαίο σώμα με την ίδια γωνιακή ταχύτητα ω.
Έτσι λοιπόν, στη Φάση ΙΙΙ (το χρόνο t που έκανε η ακτίνα Laser L1 να διανύσει την καμπύλη C1της Φάσης ΙΙ) στο χρόνο αυτό t το σημείο εξόδου Β1 της ακτίνας Laser L1 της Φάσης ΙΙ, έχει μετακινηθεί στο σημείο Β2, ως προς το σύστημα αναφοράς της Γης, όπου:
και συνεπώς στη Φάση ΙΙΙ η ακτίνα Laser L1 θα εξέλθει από το σημείο εξόδου Β2.
Κατόπιν, η ακτίνα Laser L1 θα διαγράψει την ευθύγραμμη πορεία Β2Α2 και θα φθάσει στο σημείο Α2 της οθόνης D. Προφανώς το σημείο Α2 βρίσκεται προς τα κάτω του σημείου Α1 και απέχει από αυτό απόσταση (Α1Α2) = b, ένεκα της περιστροφής της Αιθερόσφαιρας ΕS της ηλεκτρικά φορτισμένης σφαίρας S.
Επίσης, εάν τώρα περιστρέψουμε τη σφαίρα με αντίθετη φορά και με γωνιακή ταχύτητα –ω, τότε το σημείο Α2 θα μετατοπισθεί προς τα άνω, σε ένα άλλο σημείο Α2΄, όπου Α2 ≠ Α2΄.
Όπως παρατηρούμε στη Φάση ΙΙΙ του πειράματος μας η ακτίνα Laser L1 μεταφέρεται (παρασύρεται) μαζί με την περιστρεφόμενη Αιθερόσφαιρα ΕS της ηλεκτρικά φορτισμένης σφαίρας S.
Σημείωση: Επειδή η Αιθερόσφαιρα ES βρίσκεται μέσα στην Αιθερόσφαιρα Ε της Γης και η Αιθερόσφαιρα Ε της Γης, βρίσκεται μέσα στον ακίνητο Αιθέρα του σύμπαντος, στη Φάση ΙΙΙ η ακτίνα Laser L1 φθάνει στο σημείο Α2 με ταχύτητα c (c=3000.000 Km/s).
Δηλαδή με απλά λόγια, η περιστροφή της Αιθερόσφαιρας ΕS με γωνιακή ταχύτητα ω δεν αυξάνει την ταχύτητα c του φωτός στο σημείο Α2 της οθόνης D.
Φάση IV: Στη φάση αυτή η σφαίρα S είναι ηλεκτρικά φορτισμένη με το ηλεκτρικό φορτίο +Q (+Q ≠ 0) αλλά όμως, η σφαίρα S δεν περιστρέφεται (ω = 0).
Κατόπιν, ανυψώνουμε τη φωτεινή πηγή So σε ένα ύψος h1, με τρόπο ώστε η γωνία πρόσπτωσης φ της ακτίνας Laser L1 επάνω στην Αιθερόσφαιρα ES να είναι πολύ μικρή (π.χ. από 1ο έως 10ο).
Στη περίπτωση αυτή, η ακτίνα Laser L1 θα διαγράψει (κατά πολύ μεγάλη προσέγγιση) μία ευθύγραμμη πορεία c3 και θα φθάσει στο σημείο Α3 της οθόνης D.
Κατόπιν, από τη πηγή So (και στοχεύοντας πάντοτε το σημείο Α3), εκπέμπουμε κατά χρονικά διαστήματα (π.χ. ανά 5 min), δέσμες ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων με συνεχώς αυξανόμενο το μήκος κύματος των δεσμών αυτών, ήτοι:
λ1 < λ2 < λ3 <  < λk < λk+1 < λk+2 <    (12)
Τότε, για κάποια δέσμη ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων με μήκος κύματος λk η ηλεκτρομαγνητική αυτή δέσμη (με το μήκος κύματος λk) θα υποστεί ολική ανάκλαση από την Αιθερόσφαιρα ΕS της ηλεκτρικά φορτισμένης σφαίρας S και κατόπιν θα συνεχίσει την πορεία της μέσα στο διάστημα.
Όπως παρατηρούμε στη Φάση IV του πειράματός μας, για μικρές γωνίες πρόσπτωσης φ και για μεγάλα μήκη κύματος λ των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, τότε έχουμε το φαινόμενο της ολικής ανάκλασης των ηλεκτρομαγνητικών αυτών κυμάτων από την Αιθερόσφαιρα ES της ηλεκτρικά φορτισμένης σφαίρας S.
Αυτές είναι λοιπόν, οι τέσσερις βασικές φάσεις (Φάση Ι, Φάση ΙΙ, Φάση ΙΙΙ, Φάση IV) της εκτέλεσης του πειράματός μας.
Όπως παρατηρούμε, το πείραμα αυτό που περιγράψαμε παραπάνω είναι ένα πολύ σημαντικό πείραμα Φυσικής, το οποίο μπορεί εύκολα να εκτελεσθεί από διάφορα Πανεπιστήμια, Εργαστήρια Φυσικής, κ.λπ.
Μετά λοιπόν από αυτά που αναφέραμε παραπάνω, καταλήγουμε τώρα, στο παρακάτω βασικό συμπέρασμα.
Συμπέρασμα
Οι φωτεινές ακτίνες (και γενικά τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα) μέσα σε ισχυρά ηλεκτρικά πεδία, έχουν την ιδιότητα:
1) Να καμπυλώνονται (Φάση ΙΙ).
2) Να μεταφέρονται (παρασύρονται), (Φάση ΙΙΙ), και
3) Να υφίστανται ολική ανάκλαση, (Φάση IV).
Αξιόλογη παρατήρηση
Το παραπάνω συμπέρασμα, είναι πολύ μεγάλης σημασίας για τη Φυσική, διότι:
Ας πάρουμε π.χ. την περίπτωση της φάσης ΙΙΙ του σχ. 3. Στη περίπτωση αυτή, η μεταλλική σφαίρα S που φέρει ηλεκτρικό φορτίο +Q και περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της με σταθερή γωνιακή ταχύτητα ω, δεν μπορεί ποτέ:
  • Να περιστρέψει γύρω από τον άξονα περιστροφής της τον κενό χώρο που την περιβάλλει (διότι, ο κενός χώρος δεν περιστρέφεται ποτέ), και
  • Να περιστρέψει γύρω από τον άξονα περιστροφής της το ηλεκτρικό πεδίο, που δημιουργεί το ηλεκτρικό πεδίο +Q (διότι, το ηλεκτρικό πεδίο δεν περιστρέφεται ποτέ μαζί με το ηλεκτρικά φορτισμένο σώμα, δηλαδή τη σφαίρα S).
    Άρα λοιπόν, η καμπύλωση (διάθλαση) και η μεταφορά της φωτεινής ακτίνας L1 στη περίπτωση της Φάσης ΙΙΙ, δύναται να εξηγηθεί, μόνον όταν δεχθούμε, ότι υπάρχει κάποιο «υλικό» το οποίο αλληλεπιδρά με την ηλεκτρικά φορτισμένη σφαίρα S και ακολουθεί (το «υλικό» αυτό) τη περιστροφή της σφαίρας S γύρω από τον άξονα περιστροφής της.
    Συνεπώς το «υλικό» αυτό δεν είναι κανένα άλλο, παρά ο Αιθέρας με τα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια του, όπως αυτός περιγράφεται αναλυτικά στην Η.Β.Θ.
ΙΙ. Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΕΝΤΟΣ
 ΙΣΧΥΡΩΝ ΜΑΓΝΗΤΙΚΩΝ ΠΕΔΙΩΝ
Ας υποθέσουμε σχ. 4 ότι, έχουμε ένα κυλινδρικό άξονα ΑΑ΄ ακτίνας r και μήκους Do, ο οποίος αποτελείται από ένα πλαστικό υλικό υψηλής αντοχής.
σχ. 4
Στον άξονα ΑΑ΄ στερεώνουμε σταθερά δύο όμοιους συμπαγείς κυλίνδρους Κ1 και Κ2, οι οποίοι αποτελούνται από μαλακό σίδηρο και έχουν ακτίνα R και πλάτος d1. Οι δυο κύλινδροι Κ1 και Κ2απέχουν μεταξύ τους απόσταση do.
Περιτυλίγουμε τώρα τους δύο κυλίνδρους Κ1 και Κ2 με αγωγούς b, οι οποίοι διαρρέονται από συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα μεγάλης έντασης i.
Με τον τρόπο αυτό, οι δύο κύλινδροι Κ1 και Κ2 έχουν μετατραπεί σε ηλεκτρομαγνήτες και μεταξύ των δύο αυτών ηλεκτρομαγνητών δημιουργείται ένα ισχυρό μαγνητικό πεδίο Β, το οποίο είναι κυλινδρικής μορφής.
Επίσης, ο άξονας ΑΑ΄ είναι οριζόντια τοποθετημένος στις κορυφές των στύλων ho (σχ. 4) και περιστρέφεται με πολύ μεγάλη, σταθερή γωνιακή ταχύτητα ω.
Σύμφωνα με την Η.Β.Θ., μέσα στο μαγνητικό πεδίο Β που υπάρχει μεταξύ των δύο ηλεκτρομαγνητών Κ1 και Κ2 η πυκνότητα ρΜ του Αιθέρα, είναι μεγαλύτερη από την πυκνότητα ρΕ της Αιθερόσφαιρας Ε της Γης, καθώς και από την πυκνότητα ρU του ακινήτου Αιθέρα του σύμπαντος, ήτοι είναι:
ρΜ > ρΕ > ρU         (13)
Στο πείραμα λοιπόν του σχ. 3, διατηρούμε τη πειραματική μας εγκατάσταση όπως ακριβώς είναι και απλώς αντικαθιστώμε τη περιστρεφόμενη σφαίρα S με τους περιστρεφόμενους ηλεκτρομαγνήτες Κ1 και Κ2 του σχ. 4.
Εκτελούμε τώρα το πείραμά μας (όπως ακριβώς, εκτελέσαμε και το πείραμα του σχ. 3), κατευθύνοντας την ακτίνα Laser L1 της φωτεινής πηγής So μέσα από το μαγνητικό πεδίο Β των δύο ηλεκτρομαγνητών Κ1 και Κ2, σχ. 4 και κάθετα, ως προς τον άξονα ΑΑ΄ .
Το πείραμά μας το εκτελούμε σε τέσσερις φάσεις (Φάση Ι, Φάση ΙΙ, Φάση ΙΙΙ, Φάση IV), ως εξής:
Όπως παρατηρούμε στο σχ. 4, η Αιθερόσφαιρα ES του σχ. 3 έχει αντικατασταθεί στο πείραμά μας, με το κυλινδρικό μαγνητικό πεδίο Β, το οποίο δημιουργείται μεταξύ των δύο ηλεκτρομαγνητών Κ1 και Κ2.
Εκτελώντας τώρα το πείραμά μας στις τέσσερις φάσεις που αναφέραμε παραπάνω θα παρατηρήσουμε, ότι:
Στη Φάση Ι, το φως διαδίδεται ευθύγραμμα.
Στη Φάση ΙΙ, το φως καμπυλώνεται (διαθλάται) μέσα στο κυλινδρικό μαγνητικό πεδίο Β.
Στη Φάση ΙΙΙ, το φως καμπυλώνεται (διαθλάται) και συγχρόνως μεταφέρεται (παρασύρεται) από το περιστρεφόμενο κυλινδρικό μαγνητικό πεδίο Β, και
Στη Φάση IV, το φως υφίσταται ολική ανάκλαση από το κυλινδρικό μαγνητικό πεδίο Β.
Δηλαδή όπως παρατηρούμε, κατά την εκτέλεση του πειράματός μας με το κυλινδρικό μαγνητικό πεδίο Β των δύο ηλεκτρομαγνητών Κ1 και Κτου σχ. 4, συμβαίνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα που συμβαίνουν και με την ηλεκτρικά φορτισμένη σφαίρα S του πειράματος του σχ. 3.
Μετά λοιπόν από αυτά που αναφέραμε παραπάνω, καταλήγουμε τώρα στο παρακάτω βασικό συμπέρασμα.
Συμπέρασμα
Οι φωτεινές ακτίνες (και γενικά τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα) μέσα σε ισχυρά μαγνητικά πεδία σχ. 4, έχουν την ιδιότητα:
1) Να καμπυλώνονται (Φάση ΙΙ),
2) Να μεταφέρονται (παρασύρονται), (Φάση ΙΙΙ), και
3) Να υφίστανται ολική ανάκλαση, (Φάση IV).
ΙΙΙ. Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΕΝΤΟΣ
 ΙΣΧΥΡΩΝ ΒΑΡΥΤΙΚΩΝ ΠΕΔΙΩΝ
ΠΕΙΡΑΜΑ
Ας υποθέσουμε σχ. 5(a) ότι, έχουμε ένα ουράνιο σώμα μεγάλης μάζας Μ, π.χ. ένα λευκό νάνο.
σχ. 5
Σύμφωνα με το θεμελιώδη νόμο της Η.Β.Θ.:
όπου, το = Η ηλεκτροβαρυτική σταθερά
         qo = Η απόλυτη τιμή του ηλεκτρικού φορτίου του θετικού ή αρνητικού
                   ηλεκτρινίου, qo = 1,6 . 10-19 Cb
           Μο = Η καθαρή μάζα του λευκού νάνου (η οποία οφείλεται στα γκραβιτόνια,
                 που υπάρχουν μέσα στη μάζα Μ του λευκού νάνου).
           r = Η απόσταση ενός θετικού ή αρνητικού ηλεκτρινίου από το κέντρο της μάζας Μ,
θα ισχύουν τα εξής:
Η μάζα Μ του λευκού νάνου, έλκει με ηλεκτροβαρυτικές δυνάμεις τα θετικά και τα αρνητικά ηλεκτρίνια του Αιθέρα του σύμπαντος, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται γύρω από το λευκό νάνο η Αιθερόσφαιρα του, ΕW η οποία αποτελείται από θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια του Αιθέρα.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι, η πυκνότητα της Αιθερόσφαιρας EW στην επιφάνεια του λευκού νάνου είναι ρο και ότι, η Αιθερόσφαιρα ΕW, εκτείνεται μέχρι ένα ύψος H από την επιφάνεια του λευκού νάνου.
Τότε, (σύμφωνα με την Η.Β.Θ.) η πυκνότητα ρ της Αιθερόσφαιρας EW του λευκού νάνου σε ένα ύψος H από την επιφάνειά του, είναι:
όπου, k = σταθερά (k > 0).
Έτσι λοιπόν από τη σχέση (15), είναι ρο > ρ.
Ας υποθέσουμε τώρα σχ. 5(a) ότι, στην επιφάνεια του λευκού νάνου υπάρχει μία φωτεινή πηγή So, η οποία εκπέμπει κατακόρυφα και προς τα άνω, μία φωτεινή ακτίνα L1.
Στη περίπτωση αυτή (σύμφωνα με την Η.Β.Θ.) η αρχική ταχύτητα co με την οποία εκπέμπεται το φως προς τα άνω από την επιφάνεια του λευκού νάνου, είναι μικρότερη από την ταχύτητα c του φωτός (c = 300.000 Km/s), ήτοι είναι co < c.
Όταν όμως, η φωτεινή ακτίνα L1 απομακρύνεται από την επιφάνεια του λευκού νάνου τότε, επειδή η πυκνότητα της Αιθερόσφαιρας EW συνεχώς ελαττώνεται (σχέση (15)), αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η ταχύτητα του φωτός c1, c2, c3, … της φωτεινής δέσμης L1 να αυξάνεται, συνεχώς, σύμφωνα με το θεμελιώδη νόμο (4). Δηλαδή, το φως θα επιταχύνεται, μέχρι να φθάσει στα όρια της Αιθερόσφαιρας EW, δηλαδή μέχρι το ύψος H.
Κατόπιν η φωτεινή ακτίνα L1, εξερχόμενη από την Αιθερόσφαιρα EW του λευκού νάνου θα συνεχίζει να κινείται μέσα στο ακίνητο Αιθέρα του σύμπαντος με σταθερή ταχύτητα c = 300.000 Km/s και αυτό συμβαίνει, επειδή η πυκνότητα ρU του Αιθέρα του σύμπαντος θεωρείται σταθερή, (νόμος 4).
Συνεπώς στο σχ. 5(a) θα ισχύει:
Αντιστρόφως τώρα:Στο σχ. 5(b) θεωρούμε ότι, η φωτεινή πηγή So βρίσκεται μέσα στο διάστημα και έξω από την Αιθερόσφαιρα ΕW του λευκού νάνου και κατευθύνουμε τη φωτεινή ακτίνα L1 προς το κέντρο της μάζας Μ του λευκού νάνου.
Στη περίπτωση αυτή η ταχύτητα με την οποία εκπέμπεται το φως από τη φωτεινή πηγή So είναι c = 300.000 km/s. Κατόπιν, η φωτεινή ακτίνα L1 εισερχόμενη μέσα στην Αιθερόσφαιρα EW του λευκού νάνου θα συναντά στη πορεία της, όλο και περισσότερο πυκνότερα στρώματα της Αιθερόσφαιρας EW.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ταχύτητα του φωτός της φωτεινής δέσμης L1 να ελαττώνεται συνεχώς, σύμφωνα με το θεμελιώδη νόμο (4). Δηλαδή, το φως θα επιβραδύνεται, μέχρι να συναντήσει την επιφάνεια του λευκού νάνου, οπότε τότε, η ταχύτητα του φωτός της φωτεινής ακτίνας L1 θα είναι co. Έτσι λοιπόν στη περίπτωση του σχ. 5(b) για την ταχύτητα του φωτός της φωτεινής ακτίνας L1 θα ισχύει:
c = 300.000 km/s > c1 > c2 > c3 > co             (17)
Όπως παρατηρούμε, η περίπτωση του σχ. 5(b) είναι ακριβώς η αντίστροφη περίπτωση του σχ. 5(a).
Μετά λοιπόν από αυτά που αναφέραμε παραπάνω, προκύπτει το παρακάτω βασικό συμπέρασμα.
Συμπέρασμα
Σε μία πολύ μεγάλη μάζα Μ, η οποία δημιουργεί γύρω της ένα πολύ ισχυρό βαρυτικό πεδίο, το φως (μέσα στην Αιθερόσφαιρα της μάζας Μ) έχει τη θεμελιώδη ιδιότητα να επιταχύνεται, όταν απομακρύνεται από την μάζα Μ, σχ. 5(a) και αντιστρόφως να επιβραδύνεται, όταν πλησιάζει προς τη μάζα, Μ, σχ. 5(b).
Αξιόλογη παρατήρηση
Στη σχέση (14) ο τρόπος υπολογισμού της τιμής της ηλεκτροβαρυτικής σταθεράς το, καθώς και της τιμής της καθαρής μάζας Μο, αποτελεί ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον αντικείμενο θεωρητικής και πειραματικής έρευνας από τους φυσικούς επιστήμονες.
Έτσι λοιπόν, μία πειραματική μέθοδος για τον υπολογισμό της καθαρής μάζας mo, μιάς Νευτώνειας μάζας mu ενός σώματος, καθώς και των σταθερών Go, το, μο, kο της Η.Β.Θ., είναι να χρησιμοποιήσουμε το ζυγό του Cavendish (βλέπε, η Η.Β.Θ. Μέρος Ι στο site www.tsolkas.gr)
ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Στην Η.Β.Θ. για λόγους ευκολίας των υπολογισμών όλα τα φυσικά μεγέθη π.χ. η καθαρή μάζα mo η Νευτώνεια μάζα mu , το ηλεκτρικό φορτίο  και προφανώς, όλες οι σταθερές Go, το, μο, kο αναφέρονται π.χ. στο σύστημα μονάδων CGS, όπου:
1) Ο χρόνος t, μετρείται σε sec
2) Το μήκος l, μετρείται σε cm
3) Η καθαρή μάζα mo και η Νευτώνεια μάζα mu, μετρώνται σε gr, και
4) Το ηλεκτρικό φορτίο q, μετρείται σε ηλεκτροστατικές μονάδες φορτίου.
ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ
Σύμφωνα με την Η.Β.Θ., οι βασικές ιδιότητες του φωτός είναι:
    1. Η ταχύτητα c του φωτός (στο «κενό») δεν είναι μια θεμελιώδης σταθερά της φυσικής (c = 300.000 Km/s), όπως λανθασμένα ισχυρίζεται η Θεωρία της Σχετικότητας. Αντίθετα, η ταχύτητα c του φωτός μέσα στο σύμπαν είναι μεταβλητή και εξαρτάται:
    a) Από τους παρατηρητές, εάν είναι κινούμενοι ή ακίνητοι.
    b) Από την πυκνότητα ρ του Αιθέρα, μέσα στον οποίο διαδίδεται το φως σχέση (4), και
    c) Από τη συχνότητα ν της εκπεμπόμενης ακτινοβολίας («Αρχή της διάκρισης» των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών), σχέση (3).
    2. Η πυκνότητα ρ του Αιθέρα, μέσα σε ισχυρά ηλεκτρικά, μαγνητικά και βαρυτικά πεδία, είναι πάντοτε μεγαλύτερη από την πυκνότητα ρU του ακίνητου Αιθέρα του σύμπαντος, ρ>ρU.
    Συνεπώς, (σύμφωνα με το νόμο (4) η ταχύτητα του φωτός εντός ισχυρών ηλεκτρικών, μαγνητικών και βαρυτικών πεδίων, είναι πάντοτε μικρότερη από την ταχύτητα c του φωτός (c = 300.000 Km/s) την οποία έχει το φως, μέσα στον ακίνητο Αιθέρα του σύμπαντος.
    3. Η ταχύτητα c του φωτός είναι σταθερή και ίση με c = 300.000 Km/s, μόνον όταν το φως διαδίδεται μακριά από ηλεκτρικά, μαγνητικά και βαρυτικά πεδία, όπου η πυκνότητα ρU του ακίνητου Αιθέρα του σύμπαντος είναι σταθερή (ρU = σταθερή), σύμφωνα με το νόμο (4).
    4. Tο φως μέσα σε ισχυρά ηλεκτρικά, μαγνητικά και βαρυτικά πεδία, έχει την ιδιότητα:
    a) Να καμπυλώνεται (διαθλάται)
    b) Να μεταφέρεται (παρασύρεται), και
    c) Να υφίσταται ολική ανάκλαση.
    5. Το φως έχει τη θεμελιώδη ιδιότητα να επιταχύνεται ή να επιβραδύνεται, μέσα σε ισχυρ ά βαρυτικά πεδία (π.χ. Λευκοί νάνοι, αστέρες νετρονίων, μελανές οπές, κ.λπ). σχ. 5.
    6. Μέσα σε υλικά σώματα (π.χ. μέσα στο νερό) η πυκνότητα ρ του Αιθέρα είναι μεγαλύτερη από την πυκνότητα ρU του ακίνητου Αιθέρα του σύμπαντος (ρ > ρU).
    Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα (σύμφωνα με το νόμο (4)), η ταχύτητα c1 του φωτός μέσα στα υλικά αυτά σώματα να είναι μικρότερη από την ταχύτητα c την οποία έχει το φως μέσα στον ακίνητο Αιθέρα του σύμπαντος, ήτοι είναι c1 < c = 300.000 Km/s.
ΗΛΕΚΤΡΟΒΑΡΥΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ (Η.Β.Θ.)
ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Όπως είναι γνωστό, η Η.Β.Θ. και η Θεωρία της Σχετικότητας, είναι δύο εντελώς αντίθετες Θεωρίες της Φυσικής. Έτσι λοιπόν:
    1. Το φαινόμενο της καμπύλωσης των φωτεινών ακτίνων που διέρχονται πλησίον σε ισχυρ ά βαρυτικά πεδία δεν οφείλεται στη καμπύλωση του χωρο – χρονου γύρω από τα ουράνια αυτά σώματα, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Η καμπύλωση αυτή των φωτεινών ακτίνων (η οποία υπάρχει πράγματι, μέσα στη φύση), είναι μία «Αιθερική διάθλαση» των φωτεινών ακτίνων, οι οποίες διέρχονται μέσα από την Αιθερόσφαιρα των ουρανίων αυτών σωμάτων (όπως αναφέραμε στα προηγούμενα). Συνεπώς η καμπύλωση αυτή των φωτεινών ακτίνων, ενισχύει την άποψη, περί της ύπαρξης του Αιθέρα μέσα στη Φύση, σύμφωνα με την Η.Β.Θ.
    Έτσι λοιπόν, για να έχουμε μεγαλύτερη ακρίβεια στις μετρήσεις μας, επειδή (όπως αναφέραμε στα προηγούμενα) το φως μεταφέρεται (παρασύρεται) από μεγάλες περιστρεφόμενες μάζες, αυτό σημαίνει, ότι:
    Στο γνωστό πείραμα της καμπύλωσης των φωτεινών ακτίνων από τον Ήλιο (πείραμα του Eddington το έτος 1919) θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και την περιστροφή του Ήλιου γύρω από τον άξονά του, σύμφωνα με το σκεπτικό της Φάσης ΙΙΙ του σχ. 3, όπου προφανώς η σφαίρα S αντικαθίσταται με την περιστρεφόμενη μάζα του Ήλιου.
    2. Επίσης, το φαινόμενο Red – Shift (το οποίο πράγματι, υπάρχει μέσα στη φύση) δεν οφείλεται στην «αρχή της ισοδυναμίας» της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται ο Einstein.
    Το φαινόμενο αυτό, οφείλεται αποκλειστικά στην επιτάχυνση του φωτός το οποίο εκπ έμπεται από την επιφάνεια της Γης και προς τα άνω, σύμφωνα με το σχ. 5(a). Βλέπε ο θεμελιώδης νόμος των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (Β) που αναφέραμε στα προηγούμενα.
    Σημείωση: Για το φαινόμενο της καμπύλωσης των φωτεινών ακτίνων, καθώς και για το φαινόμενο Red – Shift, βλέπε αναλυτικά, η Η.Β.Θ. Μέρος ΙΙΙ και video 02 στο site, www.tsolkas.gr
Αξιόλογη παρατήρηση
Μετά από αυτά που αναφέραμε παραπάνω, παρατηρούμε ότι η Η.Β.Θ. και η Θεωρία της Σχετικότητας, ερμηνεύουν τα παραπάνω δύο φαινόμενα (1) και (2) με εντελώς διαφορετικό τρόπο η κάθε μία από τις δύο αυτές Θεωρίες.
Το εύλογο όμως, ερώτημα που γεννιέται τώρα, είναι το εξής: Ποια από τις δύο αυτές Θεωρίες είναι ορθή, η Η.Β.Θ. ή η Θεωρία της Σχετικότητας;
Η απάντηση στο παραπάνω αυτό ερώτημα, είναι πολύ απλή και την δίδουν τα (19+) πειράματα, που προτείνονται στο site, www.tsolkas.gr
Συγκεκριμένα:
    a) Με τα δύο πολύ απλά πειράματα (18) και (19) και δαπανώντας πολύ λίγα χρήματα, αποδεικνύεται οριστικά ότι, η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, είναι απολύτως λανθασμένη.
    b) Με το πολύ απλό πείραμα (14) και χωρίς να δαπανήσουμε χρήματα, αποδεικνύεται θεωρητικώς, ότι η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, είναι απολύτως λανθασμένη.
Συνεπώς δεν χρειάζονται πολυδάπανα πειράματα και πολύπλοκοι συλλογισμοί για να αποδείξουμε ότι η Θεωρία της Σχετικότητας είναι μία απολύτως λανθασμένη Θεωρία της Φυσικής.
Δυστυχώς, αυτό το «απλό πράγμα» δεν θέλουν ή δεν μπορούν να το καταλάβουν οι σημερινοί «μεγάλοι» Φυσικοί!!!
Τι συμβαίνει λοιπόν;
Μήπως η σημερινή Φυσική, ελέγχεται και κατευθύνεται από ένα αόρατο «Ιερατείο», δηλαδ ή από μία σύγχρονη «Ιερά Εξέταση» (ένα κατεστημένο της Φυσικής) και δεν βλέπουν αυτά τα καθαρά και απλά «πράγματα», που αναφέρονται στο site www.tsolkas.gr ;
ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ
Όπως είναι φανερό, η Η.Β.Θ. αλλάζει πολλά από τα δεδομένα της Κοσμολογίας, όπως την γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, διότι:
    1. Αυτά που συμβαίνουν για την επιτάχυνση ή την επιβράδυνση του φωτός π.χ. στην περ ίπτωση ενός λευκού νάνου μάζας Μ, σχ. 5 τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν και για μία μελανή οπή μάζας Μ.
    Δηλαδή, μέσα στην πολύ πυκνή Αιθερόσφαιρα Eb μιας μελανής οπής Μ, το φως επιταχύνεται όταν απομακρύνεται από την μελανή οπή, ενώ αντίθετα το φως επιβραδύνεται, όταν πλησιάζει προς τη μελανή οπή.
    Αντιστρόφως τώρα, τα υλικά σώματα επιταχύνονται, όταν πλησιάζουν προς τη μελανή οπή και επιβραδύνονται, όταν απομακρύνονται από τη μελανή οπή.
    Όπως αντιλαμβανόμαστε το παραπάνω συμπέρασμα, είναι εντελώς αντίθετο με αυτά που δέχεται σήμερα η Φυσική και ειδικότερα η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας για τις μελανές οπές.
    2. Τις πρώτες στιγμές της μεγάλης έκρηξης (Big – Bang), επειδή το σύμπαν καταλάμβανε μικρό χώρο, η πυκνότητα ρU του Αιθέρα του σύμπαντος, ήταν πολύ μεγάλη.
    Συνεπώς, η ταχύτητα co του φωτός τις πρώτες στιγμές μετά την μεγάλη έκρηξη, ήταν πολύ μικρότερη από την ταχύτητα c του φωτός (c = 300.000 Km/s) που γνωρίζουμε σήμερα, ήτοι είναι co < c.
     Με τη πάροδο όμως του χρόνου, το σύμπαν άρχισε να διαστέλλεται και να καταλαμβάνει μεγαλύτερο χώρο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η πυκνότητα ρU του Αιθέρα του σύμπαντος, συνεχώς να ελαττώνεται με την πάροδο του χρόνου.
     Συνεπώς, η ταχύτητα του φωτός (βλέπε, νόμος (4)), αυξανόταν με την πάροδο του χρόνου από τη στιγμή to της μεγάλης έκρηξης.
    Δηλαδή με απλά λόγια η ταχύτητα c του φωτός, είναι συνάρτηση του χρόνου t που παρήλθε από την στιγμή to της μεγάλης έκρηξης, ήτοι είναι:
    Έτσι λοιπόν, το φως είχε το minimum της ταχύτητας του κατά την στιγμή to της μεγάλης έκρηξης και η ταχύτητά του, συνεχώς αυξάνονταν με την πάροδο του χρόνου, μετά την μεγάλη έκρηξη.
    Συνεπώς, η ταχύτητα c του φωτός μέσα στο χώρο και το χρόνο έχει μεταβλητή τιμή και δεν αποτελεί μία φυσική σταθερά c (c = 300.000 Km/s), όπως λανθασμένα ισχυρίζεται ο Einstein.
    3. Η γνωστή «ακτινοβολία υποβάθρου» των Penzias – Wilson, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ηλεκτρομαγνητικά κύματα τα οποία διαδίδονται μέσα στον Αιθέρα του σύμπαντος, ο οποίος εκτινάχθηκε κατά τη στιγμή to της μεγάλης έκρηξης και σήμερα γεμίζει ομογενώς, ολόκληρο το χώρο του σύμπαντος.
    Συνεπώς, η «ακτινοβολία υποβάθρου», είναι μία αδιαμφισβήτητη απόδειξη της ύπαρξης του Αιθέρα μέσα στο σύμπαν.
    4. Επειδή ο Αιθέρας γεμίζει ολόκληρο το σύμπαν και επιδρά με ηλεκτροβαρυτικές δυνάμεις με τα διάφορα ουράνια σώματα, αυτό έχει ως αποτέλεσμα:
    Οι κινήσεις μεγάλων μαζών μέσα στο σύμπαν (π.χ. γαλαξίες, σμήνη γαλαξιών, κ.λπ) να επηρρεάζονται:
    a) Από τον Αιθέρα που υπάρχει μέσα στο σύμπαν, καιb) Από τη σταθερά της παγκόσμιας έλξης G.
Αξιόλογη παρατήρηση
    Σύμφωνα με την Η.Β.Θ. η σταθερά της παγκόσμιας έλξης G δεν είναι μία σταθερά της Φυσικής, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται ο Νεύτων στο νόμο της παγκόσμιας έλξης. Εδώ ο Νεύτων, κάνει πολύ μεγάλο λάθος.
    Αντίθετα, η σταθερά της παγκόσμιας έλξης G, είναι ένα μέγεθος σχετικό, το οποίο εξαρτάται από την υλική σύσταση των σωμάτων που έλκονται μεταξύ τους.
    (Βλέπε η Η.Β.Θ., Μέρος Ι σχέσεις (44), (45), (46) στο site, www.tsolkas.gr).
    5. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι:Αυτό που η σημερινή Φυσική, ονομάζει «σκοτεινή ύλη» δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο Αιθέρας με τα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια του, που γεμίζει ολόκληρο το σύμπαν.
    Επίσης, αυτό που η σημερινή Φυσική, ονομάζει «σκοτεινή ενέργεια» δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η ενέργεια των θετικών και αρνητικών ηλεκτρινίων του Αιθέρα.
Τέλος, αυτά που αναφέραμε παραπάνω, είναι μερικά από τα συμπεράσματα της «Νέας Κοσμολογίας», σύμφωνα με την Η.Β.Θ.
Ο ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΗ – ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ
ΤΗΣ ΤΑΧΥΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ
Ας υποθέσουμε σχ. 6 ότι, κατά την στιγμή to της μεγάλης έκρηξης (Big – Bang), ολόκληρο το σύμπαν ήταν συγκεντρωμένο σε μία πολύ μικρή σφαίρα So ακτίνας ro.
BIG - BANG
σχ. 6
Σύμφωνα με την Η.Β.Θ. (Βλέπε, η Η.Β.Θ. Μέρος Ι στο site, www.tsolkas.gr) μέσα στη μικρή αυτή σφαίρα So ήταν συγκεντρωμένα (σε ελεύθερη μορφή) όλα τα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια, καθώς και όλα τα γκραβιτόνια του σύμπαντος.
Επίσης όπως είναι γνωστό (σύμφωνα με την Η.Β.Θ.) τα ελεύθερα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια του σύμπαντος αποτελούν τον Αιθέρα, ήτοι το μέσο διάδοσης του φωτός. Έτσι λοιπόν, η αρχέγονη σφαίρα Sαποτελείτο από Αιθέρα (δηλαδή, από ελεύθερα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια) και από ελεύθερα γκραβιτόνια.
Μετά την μεγάλη έκρηξη το σύμπαν (η αρχέγονη σφαίρα So) άρχισε να διαστέλλεται με ταχύτητα V προς όλες τις κατευθύνσεις.
Κατά τη φάση αυτή της διαστολής του σύμπαντος (δηλαδή, της σφαίρας So), ένας μεγάλος αριθμός θετικών και αρνητικών ηλεκτρινίων δεσμεύθηκαν από όλα τα γκραβιτόνια που υπήρχαν μέσα στη σφαίρα Sκαι με τον τρόπο αυτό, δημιουργήθηκαν όλα τα ουράνια σώματα (πλανήτες, απλανείς, γαλαξίες, κ.λπ) που γνωρίζουμε σήμερα.
Στη συνέχεια, τα υπόλοιπα θετικά και αρνητικά ηλεκτρίνια που απέμειναν (μετά τη δέσμευσή τους από τα γκραβιτόνια) υπάρχουν σήμερα σε ελεύθερη μορφή μέσα στο σύμπαν και αποτελούν το γνωστό Αιθέρα του σύμπαντος.
Έτσι λοιπόν, μέσα στην αρχέγονη σφαίρα Sη ταχύτητα co του φωτός (σύμφωνα με το νόμο (4) που αναφέραμε στα προηγούμενα), ήταν:
όπου, ρο ήταν η πυκνότητα του Αιθέρα, μέσα στη σφαίρα So.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι, ένα χρόνο t μετά από τη στιγμή tτης μεγάλης έκρηξης το διαστελόμενο σύμπαν, ήταν μία σφαίρα ακτίνας R, ( R>>ro).
Παραδοχές: Θεωρώντας στο σχ. 6, ότι:
    1) Το σύμπαν διαστέλλεται (κατά πολύ μεγάλη προσέγγιση) με την ίδια σταθερή ταχύτητα V προς όλες τις κατευθύνσεις, και
    2) Ο τροποποιημένος τύπος (4) του Fresnel ισχύει (κατά πολύ μεγάλη προσέγγιση), όταν το σύμπαν ήταν ολόκληρο συγκεντρωμένο μέσα στη σφαίρα So ακτίνας ro και όταν το διαστελλόμενο σύμπαν, είναι ολόκληρο συγκεντρωμένο μέσα στη σφαίρα S ακτίνας R, τότε θα έχουμε:
    Σύμφωνα με τις παραπάνω δύο παραδοχές (1) και (2) η ταχύτητα c του φωτός, μέσα στον Αιθέρα της σφαίρας S και ακτίνας R, είναι:
όπου, ρ είναι η πυκνότητα του Αιθέρα μέσα στη σφαίρα S.
Από τις σχέσεις (20) και (19), έχουμε
    Επειδή όμως (σε απόλυτη τιμή) το συνολικό ηλεκτρικό φορτίο Q όλων των ελεύθερων θετικών και αρνητικών ηλεκτρινίων του Αιθέρα, μέσα στη σφαίρα So ήταν:
    τότε, μέσα στη σφαίρα S μετά την μεγάλη έκρηξη, το συνολικό (σε απόλυτη τιμή) ηλεκτρικό φορτίο Q΄ των ελεύθερων θετικών και αρνητικών ηλεκτρινίων που αποτελούν τον Αιθέρα, είναι:
    Επειδή όμως, ένα πολύ μικρό ποσοστό του Αιθέρα (δηλαδή των ελεύθερων θετικών και αρνητικών ηλεκτρινίων) που υπήρχαν μέσα στη σφαίρα So, δεσμεύθηκαν από όλα τα ελεύθερα γκραβιτόνια (που υπήρχαν μέσα στη σφαίρα So) και σχηματίσθηκε κατά τη διαστολή η ορατή ύλη του σύμπαντος που γνωρίζουμε σήμερα (π.χ. πλανήτες, απλανείς, γαλαξίες, κ.λπ), τότε κατά πολύ μεγάλη προσέγγιση, είναι:
    Q = Q΄         (24)
    Έτσι λοιπόν, από τις σχέσεις (24), (23) και (22), έχουμε:
    Συνεπώς από τις σχέσεις (25) και (21), έχουμε:
    Επειδή όμως, είναι:
     από τις σχέσεις (27) και (26), έχουμε:
    Στη σχέση (28), επειδή είναι:
    η σχέση (28), γράφεται:
    όπου, στη σχέση (29) τη σταθερά Α θα την ονομάζουμε, πρώτη κοσμολογική σταθερά.
    Η σχέση (29) αποτελεί τον θεμελιώδη νόμο της μη – σταθερότητας της ταχύτητας του φωτός.
    Όπως παρατηρούμε, ο νόμος (29) μας λέει ότι:
    Νόμος:
       Η ταχύτητα c του φωτός δεν είναι μία φυσική σταθερά, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται η Θεωρία της Σχετικότητας και η σύγχρονη Φυσική.
      Αντίθετα, η ταχύτητα c του φωτός μέσα στο σύμπαν είναι μεταβλητή και συγκεκριμένα, είναι συνάρτηση του χρόνου t, ο οποίος παρήλθε από τη στιγμή to της μεγάλης έκρηξης, σχέση (29)
      .
    Δηλαδή όπως παρατηρούμε, σύμφωνα με το νόμο (29) η ταχύτητα c του φωτός αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, καθώς το σύμπαν διαστέλλεται. Με λίγα λόγια και με βάση το νόμο (29) η ταχύτητα c1 του φωτός π.χ. πριν ένα (1) δισεκατομμύριο χρόνια, ήταν μικρότερη από την ταχύτητα c που έχει το φως σήμερα, η οποία είναι c = 300.000 Km/s, ήτοι είναι c1 < c.
    Με βάση λοιπόν, το θεμελιώδη νόμο (29), προκύπτει το παρακάτω συμπέρασμα:
    Συμπέρασμα
      1. Οποιαδήποτε Θεωρία Φυσικής, η οποία στην αξιωματική της θεμελίωση δέχεται ως αξίωμα την σταθερότητα της ταχύτητας c του φωτός (όπως π.χ. είναι η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας), τότε η Θεωρία αυτή είναι μία λανθασμένη Θεωρία της Φυσικής.
      2. Εάν, ο μαθηματικός τύπος οποιουδήποτε νόμου της Φυσικής περιέχει την ταχύτητα c του φωτός, τότε ο φυσικός αυτός νόμος δεν είναι ποτέ αναλλοίωτος (ποσοτικά) μέσα στο χρόνο αλλά αντίθετα, είναι μεταβαλλόμενος (ποσοτικά) και είναι πάντοτε συνάρτηση του χρόνου t που παρήλθε από τη στιγμή to της μεγάλης έκρηξης (Big – Bang).
      Έτσι π.χ. ο μαθηματικός τύπος:
      ο οποίος περιέχει την ταχύτητα c του φωτός, (για ν = σταθερό), άλλο αποτέλεσμα μας δίδει τώρα για το μήκος κύματος λ και άλλο αποτέλεσμα μας δίδει π.χ. μετά από (1) δισεκατομμύρια χρόνια από σήμερα.
    Παράδειγμα
    (της μη – σταθερότητας της ταχύτητας του φωτός)
    Ας υποθέσουμε ότι, από τη στιγμή to της μεγάλης έκρηξης, έχουν περάσει μέχρι σήμερα t = 15 δισεκατομμύρια χρόνια (1,5 . 1010 χρόνια) και η ταχύτητα c1 του φωτός σήμερα, είναι c1=300.000 Km/s (3 . 105 Km/s).
    Ζητείται να βρεθεί:
    Πόση θα είναι η ταχύτητα του φωτός μετά από 50.000 χρόνια από σήμερα;
    ΛΥΣΗ
    Σύμφωνα με το θεμελιώδη νόμο (29) της ταχύτητας του φωτός, σήμερα ήτοι 1,5 . 1010 χρόνια μετά τη στιγμή to της μεγάλης έκρηξης η ταχύτητα c1 του φωτός, είναι:
    Επίσης, μετά από 50.000 χρόνια από σήμερα, η ταχύτητα c2 του φωτός θα είναι:
    Από τις σχέσεις (31) και (30), έχουμε:
    Επειδή όμως, σύμφωνα με τα δεδομένα του παραδείγματος, η ταχύτητα  του φωτός σήμερα είναι, c1 = 300.000 Km/s, η σχέση (32) μας δίδει:
    Συνεπώς, όπως παρατηρούμε από τη σχέση (33) η ταχύτητα του φωτός, μετά από 50.000 χρόνια από σήμερα θα αυξηθεί κατά 1,5 Km/s από την ταχύτητα που έχει το φως σήμερα, η οποία είναι c1 = 300.000 Km/s.Επίσης, με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό που εργασθήκαμε παραπάνω, βρίσκουμε ότι:
      1. Μετά από 1.000 χρόνια από σήμερα, δηλαδή το έτος 3009 η ταχύτητα του φωτός θα έχει αυξηθεί κατά 0,02 Km/s, ήτοι θα έχει αυξηθεί κατά 20 m/s από την ταχύτητα που έχει το φως σήμερα, η οποία είναι c1 = 300.000 Km/s.
      2. Τέλος, με τον ίδιο τρόπο βρίσκουμε την αύξηση της ταχύτητας του φωτός π.χ. για 500, 100, κ.λπ χρόνια από σήμερα.
    ΕΠΙΛΟΓΟΣ
    Ανακεφαλαιώνοντας τώρα, όλα αυτά που αναφέραμε στην εργασία μας αυτή, προκύπτουν τα παρακάτω συμπεράσματα:
      1. Η Κλασική Φυσική προφανώς, αδυνατεί να ερμηνεύσει τα συμπεράσματα που αναφέραμε στην εργασία μας αυτή.
      2. Με βάση τα συμπεράσματα της εργασίας μας αυτής η Θεωρία της Σχετικότητας θα πρέπει να θεωρηθεί, ως μία απολύτως λανθασμένη Θεωρία της Φυσικής.
      3. Όπως διαπιστώνουμε, τα συμπεράσματα της εργασίας μας αυτής έχουν τεράστιες συνέπειες στη Φυσική (π.χ. Θεωρητική Φυσική, Αστροφυσική, Κοσμολογία, κ.λπ), όπως τις γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό λοιπόν το λόγο θα πρέπει να αναθεωρηθούν πάρα πολλά συμπεράσματα των επιστημών αυτών, τα οποία σήμερα θεωρούνται ορθά.
    Τελειώνοντας λοιπόν τη μελέτη μας αυτή θα πρέπει να επαναλάβουμε για άλλη μία ακόμη φορά, ότι:
    Η Φυσική από το Γαλιλαίο μέχρι σήμερα (Γαλιλαίος, Κλασική Φυσική, Θεωρία Σχετικότητας, Κβαντομηχανική, κ.λπ), βρίσκεται σε «λάθος δρόμο» και οι Φυσικοί νόμοι που γνωρίζουμε σήμερα, γενικώς δεν εκφράζουν την φυσική πραγματικότητα.
    Γι’ αυτό λοιπόν το λόγο, η σημερινή Φυσική θα πρέπει ολόκληρη (από το Γαλιλαίο μέχρι σήμερα) να αναθεωρηθεί και να επανοικοδομηθεί σε «νέες βάσεις», σύμφωνα με την αξιωματική θεμελίωση και τους νόμους της Η.Β.Θ.

    Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΜΟΥ…
    Προσωπικά είμαι βέβαιος, ότι οι Φυσικοί του μέλλοντος θα γελάνε (!!!) με τους σημερινούς «μεγάλους» Φυσικούς, οι οποίοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να καταλάβουν τόσο απλά πράγματα, όπως είναι π.χ. τα πειράματα (14), (18) και (19) από το σύνολο των δέκα εννέα (19) και πλέον πειραμάτων που αναφέρονται στο site, www.tsolkas.gr
    Διότι, με βάση τα παραπάνω αυτά τρία πειράματα, αποδεικνύεται με πάρα πολύ απλό τρόπο, ότι η Θεωρία της Σχετικότητας είναι μία απολύτως λανθασμένη Θεωρία της Φυσικής.
    Γι’ αυτό λοιπόν το λόγο, η Θεωρία της Σχετικότητας (σαν η μεγαλύτερη επιστημονική πλάνη που υπήρξε ποτέ στην Ιστορία της Φυσικής) θα πρέπει «εδώ και τώρα» να απορριφθεί και να παύσει να διδάσκεται στα Πανεπιστήμια, κ.λπ διότι απλούστατα, είναι μια ολοκληρωτικά λανθασμένη Θεωρία της Φυσικής.Συνεπώς, εάν η Θεωρία της Σχετικότητας δεν παύσει να διδάσκεται στα Πανεπιστήμια κ.λπ, τότε δικαιολογημένα θα μπορούμε να μιλάμε για μια κωμικο – τραγική κατάσταση που επικραεί σήμερα στη Φυσική!!!
    Αυτή είναι η ταπεινή προφητεία μου… και ο χρόνος θα δείξει, εάν έχω δίκιο ή όχι.

    Copyright 2009: Christos A. Tsolkas                  

    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...